Το πρόβλημα της «έλλειψης στέγης» και το «δικαίωμα στην κατοικία»

Το πρόβλημα της «έλλειψης στέγης», ένα πρόβλημα που διατρέχει, ως συστατικό της στοιχείο, κάθε μορφή ταξικής κοινωνίας και ιδιαίτερα την καπιταλιστική, έτεινε πάντα να παίρνει τις πιο μεγάλες και ορατές του διαστάσεις στις περιόδους των οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων, όπως η σημερινή. Και μάλιστα, ιδιαίτερα στη σημερινή, που δεν είναι απλώς μια «κυκλική κρίση», αλλά θεωρείται ως μια ιστορική κρίση «χωρίς επιστροφή», χωρίς μια ορατή διέξοδο, ως μια «κρίση του τέλους» αυτού του κυρίαρχου συστήματος.

Αν δεχτούμε ότι η κατοικία αποτελεί έναν βασικό όρο για την κοινωνική ύπαρξη κάθε ανθρώπου και βασικό στοιχείο της υλικής και συμβολικής οικοδόμησης της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας, στην εποχή που ζούμε, το πρόβλημα της έλλειψής της, αυτό που έχει αναχθεί στο να αποκαλείται «πρόβλημα στέγης», γίνεται όλο και πιο πιεστικό, όλο και πιο δυσεπίλυτο, με όλο και περισσότερους να βρίσκονται εκτός της όποιας «στέγης» (στο δρόμο), ή μέσα σε ομοιώματα κατοικίας. Μιλάμε, εν προκειμένω, για «κατοικία» (με όλα τα συμπαρομαρτούντα αυτής της έννοιας) και για το «δικαίωμα στην κατοικία», και όχι απλώς για «στέγαση» και «στέγη», με ό,τι αυτές έχουν αναχθεί να σηματοδοτούν αναφορικά με τις διαχειριστικές πρακτικές συντήρησης και αναπαραγωγής του προβλήματος

Η φτώχεια και η ανεργία αποτελούν παράγοντες που οξύνουν και/ή παράγουν το πρόβλημα της «έλλειψης στέγης». Οι συνθήκες αυτές δεν στερούν μόνο την δυνατότητα απόκτησης των αναγκαίων για τη ζωή βασικών αγαθών, αλλά οδηγούν και σε μιαν απώλεια του ελέγχου του καθενός πάνω στη ζωή του (και των ευκαιριών που του ανοίγονται μέσα σε αυτήν), σε μιαν ακρωτηριασμένη κοινωνική ζωή, στην αναγκαστική διαβίωση σε υποβαθμισμένα περιβάλλοντα («σπίτια» που δεν είναι σπίτια, χωρίς νερό, ηλεκτρικό κλπ), με συνεπαγόμενη την απώλεια της αυτοεκτίμησης και της ελπίδας.

Η απώλεια της κατοικίας είναι, τις περισσότερες φορές, ένα φυσικό επακόλουθο της όλης διαδικασίας του γενικότερου κοινωνικού αποκλεισμού, βαθιά ριζωμένου στο έδαφος των παγκοσμιοποιημένων, πλέον, κοινωνικών ανισοτήτων. Η διεθνοποίηση της οικονομίας (και οι συνέπειές της, πχ, στην ευκολία με την οποία μεταφέρονται κεφάλαια και βιομηχανίες σε ζώνες χαμηλού κόστους κλπ), η τεχνολογική επανάσταση (που από όραμα μεταλλάσσεται σε εφιάλτη) και η χρηματοπιστωτική κρίση, εκτός από κέρδη (για τους όλο και λιγότερους), δημιουργούν δυστυχία (για τους όλο και περισσότερους). Σε έναν κόσμο που ζει και γαλουχείται με τις «αξίες» της εργασίας και της κατανάλωσης και που, ταυτόχρονα, παράγει φτώχεια, ανεργία και εξαθλίωση, ο «αδύναμος καταναλωτής» (ο φτωχός, ο άνεργος, ο κακοπληρωμένος εργαζόμενος κλπ) εξοβελίζεται στην σφαίρα του περιθωρίου, έχοντας, επιπλέον, και στιγματιστεί για την αδυναμία του αυτή.

Αναφερόμαστε σε όλους αυτούς που ο Μάρξ είχε ήδη αναφέρει, στον 1ο τόμο του «Κεφαλαίου», ως «το κατώτερο τμήμα του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού» που «κατοικεί στην σφαίρα της εξαθλίωσης» και που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει «τους παραιτημένους… και εκείνους που είναι ανίκανοι να εργασθούν, κυρίως άνθρωποι που υποκύπτουν στην ανικανότητά τους για προσαρμογή, λόγω του καταμερισμού της εργασίας…» (υπογρ. δική μας). Και είναι, θεωρούμε, εξαιρετικά σημαντική αυτή η επισήμανση για αυτόν τον κυρίαρχο «καταμερισμό της εργασίας» στο καπιταλισμό, στον οποίο αδυνατούν να προσαρμοστούν όλο και πιο πολλοί και, ως εκ τούτου, απορρίπτονται ως «ανίκανοι», «άχρηστοι», «τεμπέληδες», στο κοινωνικό περιθώριο.

Η περιθωριοποίηση των μακροχρόνια ανέργων, η επιβίωση στα (ή κάτω από τα) όρια της φτώχειας των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, οι πλειστηριασμοί και οι κατασχέσεις σπιτιών από ένα όλο και πιο ληστρικό τραπεζικό σύστημα (ένα βρυκολακιασμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα που επιβιώνει μόνο από το αίμα όλο και πιο πλατειών κοινωνικών στρωμάτων), η επισφαλής, περιστασιακή και ελαστική εργασία, συχνά χωρίς καταβολή του μισθού για μεγάλα διαστήματα (με προϊούσα και την πλήρη απεξάρθρωση της όποιας πολιτικής για κοινωνική στήριξη), η συνθήκη του πρόσφυγα και του μετανάστη, όλα αυτά έχουν ως επιστέγασμα (και αποχτούν την όλο και πιο διάχυτη ορατότητά τους, στο κέντρο, αλλά και σε κάθε γωνιά, των μεγαλουπόλεων-και όχι μόνο), την συνηθισμένη, πλέον, εικόνα των γεωμετρικά αυξανόμενων αστέγων, των τοξικομανών, των επαιτών, των περιπλανώμενων του «δρόμου», που αποτελούν την πραγματικότητα που εκτυλίσσεται μπροστά μας και δίπλα μας.

Οι κοινωνικές διαδικασίες που οδηγούν στην «έλλειψη στέγης» λειτουργούν με τρόπο έτσι ώστε ο χώρος, δημόσιος ή ιδιωτικός, να αποκτά «πολιτική υπόσταση», δηλαδή, να αντικατοπτρίζει τις κοινωνικές ανισότητες και τις κοινωνικές διαδικασίες.

Αυτή η συνθήκη της ραγδαίας φτωχοποίησης συνδέεται, μεταξύ άλλων, και αλληλεπιδρά με μιαν από τις πιο σαρωτικές, για όλο και πιο πλατειά λαϊκά στρώματα, πτυχές της λεγόμενης «οικονομικής ανάπτυξης», αυτήν που έχει να κάνει με τις αλλαγές στη «χρήση της γης» και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια με την ιδιοκτησία, που έχουν οδηγήσει σε βίαιες μεταβολές στην «αξία της γης». Τα όποια «αναπτυξιακά έργα» και οι νέες σχέσεις ιδιοκτησίας, χάριν της «οικονομικής ανάπτυξης», λειτουργούν ανατρέποντας τον υφιστάμενο κοινωνικό ιστό. Έτσι, την ίδια στιγμή που μπορεί να αυξάνεται η δόμηση, με ένα έμμεσο τρόπο, εκδιώκονται οι αρχικοί ιδιοκτήτες ή χρήστες. Οι κατοικίες έρχονται στα χέρια μεγάλων εταιρειών μετατρεπόμενες, με ταχείς ρυθμούς, σε χώρους βραχυπρόθεσμης μίσθωσης. Τα νοίκια εκτοξεύονται στα ύψη, οδηγώντας τους ήδη υπάρχοντες κατοίκους να εγκαταλείψουν τις γειτονιές και εμποδίζοντας την έλευση νέων «κατοίκων της γειτονιάς» (ως «κανονικών», δηλαδή, και όχι «βραχυπρόθεσμων» ενοικιαστών).

Η μετατροπή της Αθήνας σε έναν εκμοντερνισμένο μαζικό τουριστικό προορισμό απαιτεί, ως είναι επόμενο, την αλλαγή της μέχρι τώρα οικιστικής της συγκρότησης και εικόνας, όχι μόνο με την εκδίωξη των κατοίκων από τις γειτονιές τους και την εκτεταμένη ανάπτυξη της βραχυπρόθεσμης μίσθωσης, αλλά και με την «ανάπλαση» και μετατροπή του ιστορικού κέντρου της Αθήνας (και άλλων περιοχών) σε χώρο κατάλληλο για το «τουριστικό βλέμμα» – πράγμα που φέρνει στην πρώτη γραμμή, και ως προϋπόθεση αυτής της «ανάπλασης», την ανάγκη να «καθαριστούν» αυτές οι περιοχές από τα κάθε είδους «κοινωνικά απορρίμματα» (που παράγουν αυτές ακριβώς οι αρπαχτικές κερδοσκοπικές επιδιώξεις και) τα οποία «χαλάνε» την «τουριστική βιτρίνα». Να «καθαριστούν» από όλους αυτούς που προαναφέρθηκαν, τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένους, τους φτωχούς, τους πλάνητες, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες:

Σε σχέση, τώρα, με την διατύπωση ενός ορισμού για την «κατάσταση του άστεγου», για το πώς ορίζεται και τι σημαίνει «άστεγος», υπάρχουν συγκρουόμενες αντιλήψεις που σχετίζονται αφενός με την ποικιλία και το εύρος των περιπτώσεων ανθρώπων που σπρώχνονται, οδηγούνται και καταλήγουν να είναι «άστεγοι» και αφετέρου, με τις πολιτικές που συγκροτούνται για την διαχείριση και τον έλεγχο του ζητήματος και όχι για την ουσιαστική αντιμετώπισή του στη ρίζα των αιτιών που το παράγουν.

Συνήθως ως «άστεγοι» θεωρούνται αυτοί που κοιμούνται στο δρόμο, ή στα ποικίλα καταλύματα για αστέγους (υπνωτήρια, ξενώνες κλπ) και όχι όλοι αυτοί, οι πολλοί περισσότεροι, που ζουν κάτω από μια «στέγη», αλλά όχι μέσα σε ένα «σπίτι», όχι σε μια «κατοικία», όταν το οίκημα μέσα στο οποίο διαμένουν δεν έχει ούτε τα στοιχειώδη που συγκροτούν αυτό που αποκαλούμε και εννοούμε ως κατοικία (νερό, ηλεκτρικό, αποχέτευση, ψυγείο, εξοπλισμό κουζίνας, βασικά έπιπλα κλπ).

Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς (όπως η FEANTSA – European Federation of National Organizations Working with the Homeless-κ.α.), ο όρος homeless περιλαμβάνει τέσσερις κύριες καταστάσεις:

  • τους χωρίς στέγη (roofless)
  • τους χωρίς σπίτι (houseless)
  • αυτούς που διαμένουν σε επισφαλή και προσωρινά καταλύματα (χώρους κ.λπ.)
  • αυτούς που διαμένουν σε υποβαθμισμένες/ακατάλληλες κατοικίες.

Ο όρος «άστεγος» αποδίδει, στα ελληνικά, μόνο μια υποκατηγορία (αυτήν του «χωρίς στέγη», που είναι στο δρόμο-roofless) του αγγλικού όρου «homeless» και όχι όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες

Στη βάση (και απλώς ενδεικτικά) του παραπάνω ορισμού, στις καταστάσεις που περιγράφονται, εντάσσονται κατά περίπτωση, ή κινδυνεύουν να βρεθούν (για κάποια περίοδο, ή και για όλη τους τη ζωή), οι πρόσφυγες, οι οικονομικοί μετανάστες, οι τοξικομανείς, οι αλκοολικοί, οι πρώην έγκλειστοι σε διάφορα ιδρύματα, σωφρονιστικά ή μη, οι απροστάτευτοι ανήλικοι, οι εκδιδόμενες γυναίκες, οι άνθρωποι με προβλήματα ψυχικής υγείας και γενικότερα οι άνθρωποι, οι οποίοι βιώνουν ακραίες καταστάσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού για διάφορους λόγους. Το ίδιο ισχύει, επίσης, για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, που ζει σε διάφορα ιδρύματα, το οποίο δεν θεωρείται, επισήμως, ως «άστεγο», αλλά που, ουσιαστικά, είναι, καθώς, για τους περισσότερους έγκλειστους των ιδρυμάτων δεν υπάρχει, και δεν διατίθεται, «εναλλακτική».

Στην πραγματικότητα, ο όρος «άστεγος» αποτελεί μια ακυριολεξία, ένα συνθηματικό τρόπο απόδοσης μιας κατάστασης (που τείνει πολλές φορές να εκληφθεί ως καθαυτό «σύνδρομο»), η οποία δίνει έμφαση σε μία μόνο πτυχή της δυσμενούς θέσης στην οποία βρίσκονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι και που, τελικά, υποβαθμίζει παράγοντες όπως η γενικότερη οικονομική εξαθλίωση και η έλλειψη κοινωνικής πολιτικής. Η επικέντρωση στην «κατάσταση του αστέγου» περισσότερο ως «ατομικού χαρακτηριστικού» παρά ως «κοινωνικής κατάστασης», αντανακλά την διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα των αναγκών των πιο εξαθλιωμένων στρωμάτων και στην ανυπαρξία μιας ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής, καθώς και της όποιας διαθεσιμότητας οικονομικών πόρων. Έτσι, αυτό που κυριαρχεί στις όποιες (πάντα ανεπαρκείς και ελάχιστες, έως ανύπαρκτες) υπηρεσίες για την αντιμετώπιση της «κατάστασης του άστεγου» είναι η τάση για «ιατρικοποίηση» ή «φιλανθρωπική» θεώρηση του προβλήματος – και αυτό διαπιστώνεται στη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στην (κυριαρχούσα) απλή διαχείριση του προβλήματος και στην (μηδέποτε, ή σπανίως) επίτευξη ενός ουσιαστικού πρακτικού αποτελέσματος.

Αν και, παρά τις υπάρχουσες διαφορές μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών αστέγων, υπάρχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά και κυρίως κοινές βασικές ανάγκες που μοιράζονται τα άτομα που καταλήγουν να είναι άστεγα, κρίνεται, ωστόσο, από τις επικρατούσες «επιστημονικές» προσεγγίσεις και πολιτικές, ως αναγκαία η κατηγοριοποίηση των διαφόρων αυτών πληθυσμών των αστέγων (ψυχικά ασθενείς, ρομά, πρόσφυγες κλπ) προκειμένου, όπως προβάλλεται, να μελετηθούν πιο συγκεκριμένα οι αιτιολογικοί παράγοντες που οδήγησαν την κάθε ξεχωριστή ομάδα στην αστεγία και προκειμένου να διευκολυνθεί η ερευνητική δραστηριότητα γύρω από αυτούς. Και αυτό παρόλο που, για πολλούς άλλους ερευνητές, το εγχείρημα της κατηγοριοποίησης των πληθυσμών των αστέγων είναι χρήσιμο μόνο όταν συνδέεται με την καλύτερη κατανόηση του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο οδηγήθηκε το άτομο κάποιας ομάδας στην «έλλειψη στέγης» και του τρόπου με τον οποίο μπορεί να βοηθηθεί.

Το ερώτημα, ωστόσο, που τίθεται, είναι σε τι χρησιμεύει το να συζητά κανείς εξαντλητικά το θέμα της κατηγοριοποίησης, ή και του ορισμού των αστέγων, ακόμη και αν κάτι τέτοιο θεωρείται χρήσιμο για λειτουργικούς λόγους; Τέτοιου είδους τομές και διαφοροποιήσεις, όταν επιχειρούνται, ενέχουν πάντα τον κίνδυνο να εκφυλισθούν σε αυτοσκοπό, ή και να λειτουργήσουν, από την φύση τους, ως φορείς περαιτέρω αποκλεισμού δια της «στοχοποίησης» ομάδων που, πέρα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, είναι προϊόντα της ίδιας της δομής των σύγχρονων κοινωνιών. Εξάλλου, η προσήλωση στην πρακτική της απομόνωσης «ομάδων/στόχων», που είναι ιδιαίτερα προσφιλής σε όσους σχεδιάζουν «κοινωνικές πολιτικές» και «παρεμβάσεις» (π.χ. τα θεσμοθετημένα όργανα της Ε.Ε, διάφορες ΜΚΟ, η FEANTSA κλπ), αναδεικνύεται, εν τέλει, σε εργαλείο άσκησης κοινωνικού ελέγχου, αφού η αναπαραγωγή του οικονομικού, κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος και των κυρίαρχων (διεθνών και εθνικών) σχέσεων εξουσίας, που παράγουν το πρόβλημα, παραμένουν άθικτα.

Είναι, μάλιστα, σύνηθες το φαινόμενο (ιδιαίτερα στα πλαίσια προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής της Ε.Ε.), οι κατηγοριοποιήσεις με «επιστημονικά κριτήρια», να έπονται των «τιτλοποιημένων» χρηματοδοτήσεων και παρεμβάσεων και να δημιουργούν «τεχνητά» μειωμένη, ή στοχευμένη ζήτηση. Δηλαδή, μπορεί να προσαρμόζουν το πρόβλημα στην προτεινόμενη εκ των προτέρων λύση – που στην πραγματικότητα, όμως, είναι «μη λύση». Αυτό στην πράξη σχετίζεται και με μία σειρά από φαινόμενα, όπως:

  • Σε περιόδους που το κοινωνικό πρόβλημα είναι οξύ, οι χρηματοδοτήσεις με κοινωνικό περιεχόμενο είναι ελάχιστες και σίγουρα λιγότερες σε σχέση με περιόδους που το πρόβλημα δεν ήταν τόσο έντονο (περιόδους με χαμηλότερους «δείκτες» ανεργίας, φτώχειας κλπ), ενώ, λογικά, αν σκοπός της κοινωνικής πολιτικής, ανεξαρτήτως των όποιων κατηγοριοποιήσεων, ήταν η ανακούφιση από το πρόβλημα, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο.
  • Ενώ υπάρχουν έστω και αυτές οι πενιχρές χρηματοδοτήσεις, τα άτομα που ωφελούνται ουσιαστικά από αυτές είναι, τελικά, πολύ λίγα.
  • Όσα άτομα εντάσσονται, με κάποιο τρόπο, σε τέτοιου τύπου προγράμματα μπορεί να καθηλώνονται σε μία κατάσταση χωρίς περαιτέρω προοπτική, προκειμένου να διατηρήσουν τα ελάχιστα αυτά οφέλη -κατάσταση που υποχρεώνει τα άτομα αυτά να συμπεριφέρονται συμβατικά και να συμμορφώνονται με τις αξίες μιας κοινωνίας που, εν τέλει, η μόνη θέση που τους επιφυλάσσει, είναι αυτή του «παρία».
  • Ολες αυτές οι ομαδοποιήσεις και κατηγοριοποιήσεις δημιουργούν διαρκώς νέες τάξεις επαγγελματιών, «ειδικών» για κάθε μία από αυτές, σαν να επρόκειτο για «ειδικούς» πάνω σε διαφορετικές «ασθένειες».

Στην Ελλάδα, παρόλο που, για πλείστους όσους λόγους, δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη καταγραφή των αστέγων, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Επιτροπής Δικαιωμάτων ΟΗΕ, ο αριθμός των αστέγων ανερχόταν, στα τέλη της τρέχουσας δεκαετίας, στις, περίπου, 40.000, εκ των οποίων, οι μισοί περίπου στην περιοχή της Αττικής. Και ως άστεγοι εννοούνται και υπολογίζονται, εν προκειμένω, αυτοί που είναι στο δρόμο. Με την Αθήνα να είναι μια από τις 15 πόλεις με τον μεγαλύτερο αριθμό άστεγων (στο δρόμο) παγκοσμίως.

Η όποια επίσημη πολιτική για την αντιμετώπιση της «κατάστασης του άστεγου» ήταν, σε αυτή τη χώρα, ανέκαθεν υποτυπώδης, καθώς επαφίεται σε μεμονωμένες, αποσπασματικές, επιδερμικές και, απλώς, προσχηματικού και πυροσβεστικού χαρακτήρα δραστηριότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης, της εκκλησίας, διαφόρων φιλανθρωπικών οργανώσεων και στις σχετικές χρηματοδοτήσεις «προγραμμάτων ορισμένου χρόνου» της ΕΕ.

Οι περισσότερες δράσεις/πρωτοβουλίες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα μόνο βραχυπρόθεσμα, χωρίς κάποιον ειδικό στόχο ή σχεδιασμό. Η παρέμβαση περιλαμβάνει απλώς τη διανομή μερικών βασικών αγαθών, ή την προσφορά γευμάτων – αλλά και αυτά όχι σε σταθερή βάση. Φορείς αυτών των πρωτοβουλιών είναι οι Δήμοι (κυρίως ο Δήμος Αθηναίων και μερικών άλλων, μεγάλων πόλεων), διάφορες ενορίες, εθελοντικές και φιλανθρωπικές οργανώσεις.

Τα περισσότερα καταλύματα (σε ξενώνες, υπνωτήρια κλπ), δημοτικά, φιλανθρωπικών οργανώσεων κλπ, που απευθύνονται στους άστεγους, αποκλείουν άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, ή με ιστορικό χρήσης ουσιών και αλκοολισμού, πρώην φυλακισμένους ή παραβάτες που έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα, φορείς του AIDS, καθώς και άτομα που εκτιμάται ότι βρίσκονται προσωρινά στην πόλη. Θέτουν, δηλαδή, εξ΄ αρχής περιορισμούς που τελικά αποκλείουν ένα μεγάλο, το μεγαλύτερο ίσως, κομμάτι των αστέγων. Για παράδειγμα, ανάλογα με την περίπτωση, απαιτούνται ελληνική υπηκοότητα, μία σειρά από επίσημα έγγραφα, όπως ταυτότητα, πιστοποιητικά υγείας κ.α., που αρκετοί από τους υποψήφιους χρήστες δεν τα διαθέτουν.

Στην περιοχή του Δήμου Αθηναίων διατίθενται (με τους περιορισμούς και τους αποκλεισμούς που προαναφέρθηκαν), από τον ίδιο τον Δήμο, δυο ξενώνες για αστέγους (ξενοδοχείο «Ιονίς», για 160 άτομα και «Εστία των Αθηνών», για 52 άτομα) και μια δομή ημερήσιας φροντίδας με παροχή γεύματος και δείπνου, σε περίπου 1200 άτομα (όπως αναφέρεται), στο χώρο του ΚΥΑΔΑ («Κέντρου Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων»). Ενας, ακόμα, ξενώνας διατίθεται, στην περιοχή του Καρέα, από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ). Από τον ίδιο φορέα διατίθεται, επίσης, ένα «Κέντρο Κοινωνικής Στήριξης και Ξενώνας επείγουσας υποδοχής και φιλοξενίας», για «ημερήσια και στεγαστική φροντίδα». Ενα «Ανοιχτό Κέντρο Ημέρας», για ημερήσια φροντίδα, διατίθεται από την ΜΚΟ PRAKSIS. Από τον Ερυθρό Σταυρό διατίθεται ένας «Κοινωνικός Ξενώνας Αστέγων» μικρής δυναμικότητας. Και τέλος, υπάρχει και το Υπνωτήριο «Γιατροί του Κόσμου», για παραμονή των φιλοξενούμενων από 8 μμ μέχρι τις 7 πμ της επόμενης μέρας.

Πέραν αυτών υπάρχουν και κάποιες παροχές, που προαναφέρθηκαν, σε είδη όπως τρόφιμα, ρουχισμό, φάρμακα κλπ, σε πολύ περιορισμένο, συγκριτικά με το μέγεθος του προβλήματος, αριθμό οικογενειών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες επιβίωσης. Καθώς, επίσης, και η χρησιμοποίηση των γνωστών, βραχύχρονων χρηματοδοτήσεων από ΕΕ, για προγράμματα του τύπου, πχ, της «συμβουλευτικής για αναζήτηση εργασίας και σπιτιού», ή, το πιο πρόσφατο (2014-16) του μοιράσματος κάποιων κουπονιών, σε κάποιες οικογένειες, για αγορά ειδών κλπ. Και όταν πιάνουν τα πολικά κρύα του χειμώνα, ή οι καύσωνες του καλοκαιριού, τότε ανοίγουν, κάποιοι, δυο-τρεις (θερμαινόμενοι, ή δροσιζόμενοι) χώροι, όπου μπορούν να βρουν ολιγοήμερο, ή και ολιγόωρο καταφύγιο, όσοι είναι αρκετά τυχεροί να πληροφορηθούν όχι μόνο ότι υπάρχουν, αλλά και πού είναι αυτοί οι χώροι.

Πολύ πιο «αποτελεσματική», οργανωμένη και συστηματική, ως η επικρατούσα «πολιτική για τους άστεγους» (σε αντιδιαστολή με την απουσία της όποιας ουσιαστικής πολιτικής για την στήριξή τους και την έμπρακτη αναγνώριση του «δικαιώματός τους στην κατοικία»), είναι η κατασταλτική πολιτική, στα πλαίσια της γενικότερα κατασταλτικής πολιτικής ενάντια σε κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που συναντιέται από μακρού σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, το οποίο, στη σημερινή περίοδο, έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Είναι πια κανόνας η θέσπιση, σε διάφορες χώρες, ειδικών νόμων και κανονισμών που στοχεύουν στους άστεγους, η επιλεκτική εφαρμογή υπαρχόντων νόμων που αφορούν όλους, καθώς και οι αυθαίρετες αστυνομικές πρακτικές.

Αυτή η αντιμετώπιση παίρνει πιο έντονο χαρακτήρα (επιχειρήσεις «σκούπα») σε περιόδους που οι «πόλεις» θέλουν, για κάποιο λόγο, να δείξουν την «καλή τους εικόνα» και να εξαφανίσουν οτιδήποτε θα «σοκάριζε» κάποιον επισκέπτη, σε περιόδους, δηλαδή, έντονης τουριστικής κίνησης ή πραγματοποίησης κάποιας μεγάλης διοργάνωσης. Είχε συμβεί και στην Αθήνα την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων, όταν, μάλιστα, υπήρχε σχέδιο για δημιουργία «στρατοπέδου συγκέντρωσης» στον Ασπρόπυργο, σχέδιο που ανακόπηκε και εξαιτίας της έντονης αντίδρασης διάφορων κινηματικών συλλογικοτήτων και οργανώσεων.

Και, φυσικά, σήμερα, όταν προωθείται η «τουριστική ανάπλαση της πόλης» και η επιβολή του «νόμου και της τάξης», πέραν και των άλλων στοχεύσεών της, γίνεται ένα εκ των ουκ άνευ εργαλείο για αυτή την ανάπλαση, με σκοπό να γίνει όσο το δυνατόν πιο δύσκολη η ζωή των αστέγων μέσα από την ποινικοποίηση των όποιων πτυχών της παρουσίας τους και, τελικά, της ίδιας της παρουσίας τους στους υπό ανάπλαση χώρους. Προς αυτή την κατεύθυνση αναλαμβάνει ακόμα πιο ενεργείς ρόλους η δημοτική αστυνομία, σε αγαστή συνεργασία με την κρατική αστυνομία, αλλά και με την όλο και πιο ανεξέλεγκτη δράση της ιδιωτικής αστυνομίας. Ενίοτε, μάλιστα, και με την συμμετοχή οργανισμών και ιδιωτικών πρωτοβουλιών «φιλήσυχων πολιτών», ταγμένων στο έργο της «τήρησης της τάξης» και της προστασίας της ιδιοκτησίας – όχι μόνο αυτής καθεαυτής της ιδιοκτησίας, αλλά και της διατήρησης και αύξησης της αξίας της, καθώς και της «προστασίας και ανάπλασης» του δημόσιου χώρου γύρω από αυτήν.

Και είναι φυσικό επακόλουθο όλων αυτών η προκαλούμενη, από αυτό το καθεστώς «διαρκούς καταστολής», υπερεμπλοκή των παραπάνω στιγματισμένων ομάδων (αστέγων, τοξικοεξαρτημένων, προσφύγων, μεταναστών, ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας κλπ) σε παραβατική συμπεριφορά, η κακοποίηση που υφίστανται και οι μικροποινές που επιβάλλονται, να λειτουργούν ακόμα πιο ανασταλτικά για το «ποινικό μητρώο» και έτσι στην εξεύρεσης εργασίας, καταλύματος, ξενώνα, πρόσβασης σε κοινωνικές παροχές κλπ.

Η σχετική εμπειρία από τις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ως προς την παροχή δυνατοτήτων διαμονής σε άστεγους (παντού πολύ μικρότερη, σε σχέση με τη έκταση του προβλήματος, όλο και πιο εμφανούς στους δρόμους και στο κέντρο όλων των μεγαλουπόλεων) και την ποικιλία των δομών σε κάθε περίπτωση, είναι ότι διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αντανακλώντας τις διαφορές, όχι μόνο των διαφόρων ομάδων αστέγων στις οποίες απευθύνονται, αλλά και τις διαφορές στη νομοθεσία που τις θεσμοθετεί και τις πηγές χρηματοδότησης που χρησιμοποιούν. Το εύρος των δομών κυμαίνεται από μικρο-ιδρύματα, ομαδικές κατοικίες και χώρους κοινής διαμονής, έως κανονικά σπίτια Οι παρεχόμενες δομές διακρίνονται, εκτός από το μέγεθός τους (τον αριθμό των ατόμων που φιλοξενούν), και από το αν λειτουργούν με επικέντρωση «στο άτομο», ή «στο χώρο» (την δομή). Στην πρώτη περίπτωση, η διαχείριση της δομής γίνεται, και οι κανόνες λειτουργίας της τίθενται, από τους ίδιους τους χρήστες της δομής.

Μια πολιτική που θα στόχευε πραγματικά σε μιαν ουσιαστική απάντηση στο πρόβλημα που αποκαλείται «έλλειψης στέγης», θα έπρεπε να ξεκινάει από την αντιμετώπιση της κατοικίας (και όχι απλά της «στέγης») ως δικαιώματος για τον καθένα και την καθεμιά. Δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με την προσωρινή παροχή ενός καταλύματος (που, ως επί το πλείστον, ούτε καν αυτό δεν διατίθεται) αλλά με την διάθεση κατοικίας με όλα τα στοιχεία ενός κανονικού «σπιτιού» που ανήκει στον ένοικο και της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Θα έπρεπε, ως γενική πολιτική, ως μια βασική παράμετρος της λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, να διασφαλίζεται, σε όλους/ες όσους/ες διαβιούν σε υποβαθμισμένες συνθήκες, σε σπίτια που δεν είναι «σπίτια» (ή βρίσκονται σε κίνδυνο να μείνουν «χωρίς σπίτι»), η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, θέρμανσης (το χειμώνα, και αντίστοιχου κλιματισμού το καλοκαίρι), σε πολύ χαμηλό κόστος, ή και δωρεάν, για όσους/ες είναι στα λεγόμενα «όρια (ή κάτω από αυτά) της φτώχειας». Διαγραφή του όποιου χρέους για όλα τα φτωχά νοικοκυριά και άμεση κατάργηση/ακύρωση των πλειστηριασμών για την «πρώτη κατοικία». Οργάνωση και λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών με τρόπο που να μπορούν να ανιχνεύουν, να αναγνωρίζουν και να οργανώνουν/παρέχουν την αναγκαία στήριξη προκειμένου να διασφαλίζεται η αξιοπρεπής κατοικία για τον καθένα/μια -λαμβανομένης υπόψιν και της δυσκολίας πολλών να αποκαλύψουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και, ταυτόχρονα, να διεκδικήσουν (παραίτηση, «κοινωνική ντροπή» κλπ).

Μια από τις πρώτες προτεραιότητες θα έπρεπε να είναι η αντιμετώπιση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης στην οποία βρίσκονται όλοι/ες αυτοί/ές που είναι στο δρόμο (ή σε πρόσκαιρα καταλύματα), με την άμεση στέγασή τους σε ξενοδοχεία, σε άδεια σπίτια, στο πλήθος των δημόσιων άδειων κτιρίων, που θα έπρεπε κατάλληλα να διαμορφωθούν με ταχείες διαδικασίες Για κανονική, 24ωρη διαμονή και όχι στη λογική του υπνωτήριου. Αυτό, τονίζουμε, σαν ένα πρώτο βήμα: ούτε ως πρόσκαιρη διαμονή, αλλά ούτε και ως τελική λύση. Σαν μια στιγμή μόνο στην διαδικασία της πρόσβασης σε μια κανονική κατοικία.

Σε αυτή την διαδικασία, όσο πιο πολύπλοκες είναι οι ανάγκες του εκάστοτε άστεγου ατόμου (προβλήματα ψυχικής ή σωματικής υγείας, εξάρτησης, ανεργίας, προσφυγικής-μεταναστευτικής ιδιότητας κ.λπ.), τόσο πιο ειδικές και εξατομικευμένες συνθήκες και παρεμβάσεις πολύπλευρης στήριξης και κατάλληλης κατοικίας πρέπει να του εξασφαλίζονται.

Ένα παράδειγμα αποτελεί το ζήτημα των αστέγων με προβλήματα ψυχικής υγείας (που υπολογίζονται σε ποσοστά πάνω από το 1/3 του συνολικού πληθυσμού των αστέγων). Είναι γνωστό ότι το τρίπτυχο «φτώχεια-άστεγος-ψυχική αρρώστια», αποτελεί ένα φαύλο κύκλο και ενώ η ανάγκη των φτωχών ή/και αστέγων να ζητήσουν/δεχτούν «βοήθεια» σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι μεγάλη, ωστόσο δεν είναι αυτές οι υπηρεσίας που χρειάζονται μόνο, έστω και αν το «αίτημά» τους παίρνει συχνά την μορφή αυτή. Η αντιμετώπιση του στεγαστικού τους προβλήματος είναι κεντρικής σημασίας και δεν θα έπρεπε να παρέχεται, όπως συμβαίνει σε πολλά προγράμματα, υπό τον όρο συμμετοχής σε ένα θεραπευτικό πρόγραμμα, ορισμένης, συνήθως, διάρκειας. Δεν θα έπρεπε, δηλαδή, να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα αποκαταστασιακό εργαλείο, αλλά και σαν κοινωνικό δικαίωμα, που πηγάζει από θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη, της οποίας η ικανοποίηση αποτελεί συστατικό στοιχείο για την ψυχική, αλλά και την σωματική υγεία. Μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα προτεινόμενων λύσεων, όπου όλες θα έχουν ως βάση αυτό που προαναφέρθηκε ως κανονικό «σπίτι» (με μόνο το άτομο, ή με μικρή ομάδα συγκατοίκων). Και είναι σημαντικό να τονιστεί αυτό δεδομένου ότι, ως επί το πλείστον, η τυπολογία των στεγαστικών δομών για ψυχικά πάσχοντες (του Δημοσίου ή των ΜΚΟ) είναι τέτοια που ακυρώνει το παραπάνω κριτήριο εξαιτίας και του μεγάλου αριθμού φιλοξενουμένων (12-15-20 άτομα) ανά δομή). Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις, ακόμη και σε μικρές δομές, οι κανονισμοί, τα πρωτόκολλα και οι πρακτικές λειτουργίας δεν έχουν να ζηλέψουν σε τίποτα το άσυλο.

 Γενικά, αυτό που απαιτείται και πρέπει να είναι αντικείμενο διεκδίκησης, είναι το πλήρες φάσμα των υποστηρικτικών συστημάτων συνοδείας του άστεγου από τον δρόμο στην κατοικία. Παροχή, δηλαδή, έμπρακτης βοήθειας στην αντιμετώπιση των ιδιαίτερων προβλημάτων που συνετέλεσαν, στον ένα ή στο άλλο βαθμό, στην «έλλειψη στέγης», όπως πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, απεξάρτηση, «χαρτιά» και άσυλο για πρόσφυγες και μετανάστες, αντιμετώπιση/διευθέτηση/ διαγραφή των απλήρωτων δανείων στις τράπεζες, κανονική εργασία (με ιδιαίτερη προσοχή στην ιδιαιτερότητα του καθενός ως προς το είδος της εργασίας), κοινωνική/οικονομική στήριξη για όσο διάστημα χρειαστεί.

Αλλοτε θα είναι δυνατή η άμεση μετάβαση στο «σπίτι» και άλλοτε θα χρειαστεί ένα μεταβατικό στάδιο ενδιάμεσης φιλοξενίας και υποστηρικτικών παρεμβάσεων μέχρι τη μετάβαση στο «σπίτι». Αλλά, «από κοντά», με την ανάπτυξη υπηρεσιών που θα είναι σε θέση να αναπτύσσουν σχέσεις εμπιστοσύνης, στήριξης και συνοδείας και όχι επιβολής και ελέγχου, με σεβασμό στο αυτεξούσιο του άστεγου ως υποκειμένου δικαιωμάτων.

Και φυσικά, η «κατοικία» θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αποτελεί τον κεντρικό, τελικό και εξασφαλισμένο στόχο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s