Όχι στους «Χώρους Εποπτευόμενης Χρήσης Ναρκωτικών»

Οργάνωση προγραμμάτων παρέμβασης διαρκείας για την ολόπλευρη στήριξη των τοξικοξαρτημένων

Όχι στους «Χώρους Εποπτευόμενης Χρήσης Ναρκωτικών» που τους αφήνουν εξαρτημένους αλλά αόρατους

Την ίδρυση και λειτουργία Χώρων Εποπτευόμενης Χρήσης ναρκωτικών (ΧΕΧ) που προωθεί η κυβέρνηση με ρύθμιση την οποία συμπεριέλαβε ο Χρυσοχοϊδης σε νομοσχέδιο του Υπουργείου ΠροΠο για τον «Εθνικό Μηχανισμό Διαχείρισης Κρίσεων», υποδέχτηκε «μετά βαΐων και κλάδων» ο Δήμαρχος Αθήνας Κ. Μπακογιάννης.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μια τέτοια ρύθμιση, αν και είναι προς εφαρμογή από το Υπουργείο Υγείας, περνάει μέσα από νομοσχέδιο του Υπουργείου ΠροΠο: όπως είχε γίνει και με την υπαγωγή, αρχικά, του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής στο Υπουργείο ΠροΠο, έτσι και τώρα με τους τοξικοεξαρτημένους, η αντιμετώπιση των πολύπλοκων προβλημάτων και ψυχοκοινωνικών αναγκών τους ανάγεται, πρωτίστως, σε ζήτημα «νόμου και τάξης». Η ρύθμιση αυτή έρχεται να πατήσει πάνω στην αρχική θεσμοθέτηση που είχε γίνει πέρσι, των ΧΕΧ από την κυβέρνηση του Σύριζα (με την ομόθυμη υποστήριξη της ΝΔ και του ΚινΑλ), ενώ μια πρώτη πειραματική εισαγωγή των ΧΕΧ είχε γίνει ήδη από το 2013, με μια ολιγόμηνη εφαρμογή του προγράμματος «Οδυσσέας», που κινούνταν σ’ αυτή την λογική και πρακτική των ΧΕΧ.

Και ενώ με την μέχρι τώρα θεσμοθέτηση γι’ αυτούς τους χώρους και την λειτουργία που τους είχε ανατεθεί, είχε εγκριθεί αυτή να παρέχεται μόνο από τον ΟΚΑΝΑ, το ΚΕΘΕΑ, τα Ψυχιατρικά Νοσοκομεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης και το Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελαιώνα Θηβών, τώρα η δυνατότητα αυτή δίνεται και στους Δήμους και τις Περιφέρειες και μάλιστα ακόμα και με την μορφή κινητών μονάδων.

Πρόκειται για μια πολιτική που, βασισμένη στη γνωστή και κυρίαρχη γραμμή της «μείωσης της βλάβης» (που βλέπει την τοξικοεξάρτηση ως μια, κατά βάση, αμετάστρεπτη εγκεφαλική βλάβη και όχι στην πολυδιάστατη και κοινωνικά θεμελιωμένη φύση της), οδηγεί σε λογικές και πρακτικές «διαχείρισης» του προβλήματος και όχι ουσιαστικής αντιμετώπισης και στόχευσης στις πραγματικές αιτίες που το παράγουν και απάντησης στις πραγματικές ανάγκες που εκφράζονται μέσα από αυτό.

Θεωρώντας, δηλαδή, δεδομένη και αδιαμφισβήτητη την αναπαραγωγή μιας «κοινωνικής τάξης πραγμάτων» εντός της οποίας, από τη μια, οι μεγάλοι έμποροι και διακινητές των ναρκωτικών (Noor1 κλπ), θα συγκαλύπτονται στο διηνεκές από όλες τις κυρίαρχες εξουσίες – ελεύθεροι ν’ ασκούν τον δικό τους, καθόλου αμελητέο, ρόλο εντός αυτών των εξουσιών. Και από την άλλη, όλοι αυτοί/ές, που οι κυρίαρχες εξουσίες και τα συμφέροντά τους, κατέστρεψαν και δημιούργησαν ως «κοινωνικά απορρίμματα» – όλοι αυτοί/ές, που, με γεωμετρική πρόοδο αυξανόμενοι/ες εν μέσω της κρίσης και των μνημονίων, πέραν των άλλων δεινών, έπεσαν ή, ακριβέστερα, σπρώχτηκαν (και) στα ναρκωτικά. Πυκνώνοντας τις «πιάτσες» και μετατρεπόμενοι/ες σε έρμαια των διαφόρων δικτύων διακίνησης (σε μιαν αγορά που πρέπει όλο και πιο πολύ να διευρύνεται) του προϊόντος των γνωστών μεγαλεμπόρων και υπό την αφανή προστασία των δυνάμεων Πολιτικής «Προστασίας».

Όπως είναι γνωστό, οι χώροι αυτοί απευθύνονται αποκλειστικά στους ενδοφλέβιους χρήστες ναρκωτικών, όπου αυτοί θα μπορούν να κάνουν ελεύθερα χρήση, παρουσία προσωπικού, που ο ρόλος του θα είναι, απλώς, να συμβουλεύει πώς θα γίνεται με «ασφαλή τρόπο» η χρήση. Υποτίθεται ότι, με τη σχετική «συμβουλευτική», θα αποφεύγονται οι θάνατοι από υπερβολική δόση, όπως και τα διάφορα μεταδοτικά νοσήματα από την ανεξέλεγκτη χρήση των μέσων που χρησιμοποιούνται για την ενέσιμη χρήση, ενώ θα μπορεί να υπάρχει και άμεση παρέμβαση σε περίπτωση ανάγκης λόγω υπερβολικής δόσης.

Μάλιστα, ενώ στην σχετική ρύθμιση, όπως είχε θεσμοθετηθεί πέρσι, προβλεπόταν ότι προϋπόθεση για την παροχή των μέσων για την «ασφαλή χρήση» στους ΧΕΧ ήταν η καταγραφή του χρήστη στους σχετικούς καταλόγους (και έτσι η απόκτηση απ’ αυτόν της σχετικής «κάρτας»), τώρα ακόμα και αυτή η καταγραφή δεν καθίσταται υποχρεωτική (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, αν παρέμενε ως υποχρεωτική, θα άλλαζε κάτι επί της ουσίας).

Αυτή η διαχειριστική αντιμετώπιση του προβλήματος της τοξικοεξάρτησης έρχεται ν’ ακουμπήσει στο βασικό στόχο, ή αποστολή, που επιφυλάσσεται για τους ΧΕΧ και που έχει να κάνει με την «δημόσια ασφάλεια», συνδεδεμένη καθώς είναι αυτή με την προς ανάπλαση Αθήνα. Οι τοξικοεξαρτημένοι (οι «πιάτσες» κλπ) πρέπει ν’ απομακρυνθούν από την κοινή θέα, να γίνουν αόρατοι, προκειμένου το κέντρο της πόλης (αν και όχι μόνο αυτό) να «καθαριστεί» από τα «ανθρώπινα σκουπίδια», ώστε να γίνει πιο θελκτικό στο τουριστικό βλέμμα και έτσι να διευκολυνθούν τα ποικίλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Ήδη οι επιχειρήσεις «σκούπα» με στόχο τους τοξικοεξαρτημένους αποτελούν την καθημερινότητα σε μιαν Αθήνα με διαρκείς αστυνομικές περιπολίες, ως μια δράση του «μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων» διαρκείας.

Αυτό που επιδιώκεται, εδώ και καιρό, με τις «επιχειρήσεις σκούπα» ενάντια στους τοξικοεξαρτημένους δεν είναι άλλο από την «αναδιανομή» του προβλήματος σε διαφορετικούς χώρους της πόλης, όπως π.χ. παλιότερα στο κέντρο της Αθήνας από τους χώρους πίσω από το Πανεπιστήμιο, σε αυτούς μεταξύ Πολυτεχνείου και Αρχ. Μουσείου και μετά σε αυτούς δίπλα στην ΑΣΟΕΕ (οι πανεπιστημιακοί χώροι πάντα αποτελούσαν έναν βολικό για τις αρχές προορισμό καθότι αυτό βοηθούσε τη δυσφήμηση και τη συγκρότηση επιχειρημάτων ενάντια στο πανεπιστημιακό άσυλο). Με αυτές τις πολιτικές το αποτέλεσμα είναι το πρόβλημα να επιδεινώνεται καθότι ουσιαστικά επιχειρείται η απόκρυψή του «κάτω από το χαλί», ενώ ταυτόχρονα, η κατάσταση για τους ίδιους τους τοξικοεξαρτημένους δυσχεραίνεται καθότι η εκδίωξη αποτελεί ένα αποκλειστικά βίαιο κατασταλτικό μέτρο.

Οι ΧΕΧ έρχονται ως συνέχεια αυτής της πολιτικής: όχι για τον σκοπό με τον οποίο πλασάρονται («μείωση της βλάβης», «ασφαλής» χρήση κλπ), αλλά σαν ένα περαιτέρω εργαλείο αυτού του μηχανισμού, για τον εγκλεισμό σε όσο γίνεται μεγαλύτερη διάρκεια χρόνου μέσα στη μέρα, ή και για μέρες. Με ποικίλες μεθοδεύσεις που, όλο και πιο πολύ, αντί για προσωπικό που θα συμβουλεύει και θα εποπτεύει για την «ασφαλή χρήση», θα καταλήξουν πρωτεύοντα ρόλο να έχει η αστυνομία.

Η αντίθεση, επομένως, στην ίδρυση και λειτουργία των ΧΕΧ πρέπει να είναι άμεσα συνδεδεμένη με την διεκδίκηση μιας άλλης, εναλλακτικής και ουσιαστικής παρέμβασης για την αντιμετώπιση προβλημάτων των αναγκών των τοξικοεξαρτημένων στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης, για την απάλειψη της όποιας ορατότητας των οποίων ιδρύονται οι ΧΕΧ.

Για αυτό λέμε :

  • ΟΧΙ στους Χώρους Εποπτευόμενης Χρήσης
  • ΟΧΙ στις «επιχειρήσεις-σκούπα»
  • Αντιμετώπιση των τοξικοεξαρτημένων, με «κίνητρο» ή «χωρίς κίνητρο» για απεξάρτηση, ως υποκειμένων με ανάγκες που πρέπει ν’ απαντηθούν
  • Οργάνωση προγραμμάτων παρέμβασης διαρκείας (και όχι «ορισμένου χρόνου») για την ολόπλευρη στήριξη των τοξικοξαρτημένων (πολλοί εκ των οποίων ζουν στους δρόμους, ή σε πρόχειρα καταλύματα): με παροχή αξιοπρεπούς στέγασης, τροφής, κάλυψη των βασικών αναγκών, εργασιακή προοπτική και προπαντός, πολύπλευρη κοινωνική στήριξη διαρκείας. Μέσα από διάλογο, σχέση, συνοδεία και όχι πρακτικές ελέγχου και καταστολής
  • Ουσιαστική ενδυνάμωση των στεγνών προγραμμάτων (επαρκή στελέχωση κλπ) ώστε αφενός να ενισχυθεί το ήδη επιτελούμενο έργο τους και, αφετέρου, να απλωθεί η δράση τους παντού όπου αναδύεται το «βουβό αίτημα» του πλήθους των εξαρτημένων στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s